Καλέστε μας 6974-388903

Αξιοθέατα

Νέοι Πόροι Πιερίας

Οι Νέοι Πόροι είναι παραθαλάσσιο χωριό της Πιερίας, με 733 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Η κύρια ασχολία στο χωριό είναι οι τουριστικές επιχειρήσεις. Είναι χτισμένο σε πολεοδομικό σχέδιο, καθώς έχει μεγάλους δρόμους και πλατείες. H απόσταση των Νέων Πόρων από την Κατερίνη είναι 43 χιλιόμετρα. Η ακτή τους είναι η νοτιότερη ακτή της Πιερίας, δίπλα στον παραδοσιακό οικισμό των Παλαιών Πόρων και τον εκτεταμένο υδροβιότοπο, στο βόρειο τμήμα του Δέλτα του Πηνειού. Το ορεινό αυτό χωριό ανακαινίζεται συνεχώς ως καλοκαιρινό θέρετρο.

Η παλαιότερη ονομασία των Πόρων ήταν Πούρλια, λέξη σλαβική (prlja), που σημαίνει λερωμένος. Η ονομασία Πούρλια έγινε Πόροι το 1926.

Η ονομασία Πόροι του χωριού προήλθε σύμφωνα με μία εκδοχή από τη λέξη πόρος, που σημαίνει πέρασμα. Πράγματι, το χωριό χτίστηκε το 1775 κατά την ερήμωση της Παλιόχωρας.

Μια άλλη εκδοχή αναφέρει πως το όνομα των Πόρων προήλθε από το «πόρταξ» που σημαίνει μοσχάρι, επειδή στο βαλτώδες τότε μέρος ευδοκιμούσαν μοσχάρια. Η άλλη εκδοχή λέει ότι οι Πόροι αναφέρονται στα χρήματα και στην οικονομική άνθηση της περιοχής του Παλιοχωριού.

Σύμφωνα με την παράδοση, στην αρχαιότητα υπήρχε κάποιος ημίθεος, ο Πόρος. Αυτός ερωτεύτηκε παράφορα και έδωσε το όνομά του στον τόπο.

Πλαταμώνας Πιερίας

Ο Πλαταμών είναι δημοτικό διαμέρισμα και οικισμός του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου. Βρίσκεται στο Νομό Πιερίας, στο νότιο άκρο του, στους πρόποδες του Ολύμπου. Συνορεύει βόρεια με τον Νέο Παντελεήμονα και νότια με τους Νέους Πόρους. Απέχει 38 km από την Κατερίνη και 48 km από την Λάρισα. Ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 2.013 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011.

Ο Πλαταμών ήταν αυτόνομη κοινότητα μέχρι το 1999, οπότε και εντάχθηκε στον Δήμο Ανατολικού Ολύμπου. Σύμφωνα με την παράδοση, οφείλει το όνομά του είτε στους πολλούς πλάτανους που βρίσκονται στην περιοχή είτε στις πλατιές αμμουδιές που έχουν οι παραλίες του.

Ιστορικά οι κάτοικοι του Πλαταμώνα είναι κυρίως ντόπιοι, που κατάγονται από τον Παλαιό Παντελεήμονα (7 km βόρεια) και πρόσφυγες. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922, στον Πλαταμώνα και στην περιοχή νοτίως της εκκλησίας (Μεταμόρφωση), εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες, κυρίως από την ευρύτερη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, στων οποίων τη δράση, οφείλεται μεγάλο μέρος της μετέπειτα πολιτιστικής και οικονομικής εξέλιξης του Πλαταμώνα. Γνωστές οικογένειες προσφύγων, που τώρα βρίσκονται στην πέμπτη γενιά, είναι η οικογένεια Δεληγιάννη, η οικογένεια Νίσσου η οικογένεια Αναστασίου κλπ.

Οι κάτοικοι του Πλαταμώνα ασχολούνται κυρίως με τον τουρισμό, αφού η περιοχή φημίζεται για τις βραβευμένες παραλίες, τις ψαροταβέρνες και τα μπαρ της. Υπάρχουν πολυτελή ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και κάμπινγκ. Και επίσης πολλά μαγαζιά με είδη λαϊκής τέχνης.

Επίσης βασικό πλεονέκτημα το Πλαταμώνα είναι το Λιμάνι του. Μία Μαρίνα Υψηλών προδιαγραφών ή οποία μπορεί α ελλιμενίσει εώς και 125 σκάφη. Αλλά και 10 Mega Yachts λόγω του βυθίσματός του που φτάνει τα 5 μέτρα. Το λιμάνι – τουριστικό καταφύγιο, του Πλαταμώνα έχει πλεονεκτική θέση στο Αιγαίο λόγω του ότι βρίσκεται 62 μίλια από την Σκιάθο, 60 μίλια από την Θεσσαλονίκη και 30 μίλια από την Χαλκιδική.

 

Διαθέτει τράπεζες, ταχυδρομικό ταμιευτήριο,ιατρεία,πολιτιστικό σύλλογο, γήπεδο ποδοσφαίρου και γυμνάσιο, το οποίο εξυπηρετεί τους μαθητές των γύρω οικισμών (Παντελεήμων και Πόρων). Υπάρχει η Αθλητική Ένωση Πλαταμώνα- Πόρων- Παντελεήμονα, με την επωνυμία «Ποσειδών».

Το καλοκαίρι ο πληθυσμός φθάνει τους 20.000 λόγω των πολλών τουριστών. Οι τουρίστες οι οποίοι επιλέγουν τον Πλαταμώνα,και δικαιολογημένα αφού αποτελεί το σημαντικότερο πόλο έλξης και την ομορφότερη περιοχή μαζί με τους Ν. Πόρους στο διαμέρισμα Ανατολικού Ολύμπου και όχι μόνο, για διακοπές είναι κυρίως από τις Ανατολικές Χώρες. Ο Πλαταμώνας αποτελεί και το καλοκαιρινό θέρετρο της Λάρισας. Πάνω από τον Πλαταμώνα δεσπόζει το ενετικό κάστρο. Ο οικισμός απέχει 7 km από τον παραδοσιακό οικισμό του Παλαιού Παντελεήμονα, δημοφιλής προορισμός λόγω της θέας που έχει και των πολλών εστιατορίων και ξενώνων.

Μεταξύ του Πλαταμώνα και του Νέου Παντελεήμονος εικάζεται ότι άνθησε η αρχαία πόλη Ηράκλεια. Σήμερα ο Πλαταμώνας μαζί με το Νέο Παντελεήμονα και τους Ν.Πόρους αποτελούν κομβικό σημείο στο εμπόριο, στον τουρισμό και στις μεταφορές. Οι κάτοικοί τους, λόγω κοινής καταγωγής (Π. Παντελεήμων) ζητούν τη δημιουργία νέου δήμου, με την ονομασία «Πλαταμών».

Η αρχική ονομασία της πόλης στην αρχαιότητα ήταν Ηράκλειο ή Ηράκλεια. Η μετέπειτα ιστορία του Πλαταμώνα ταυτίζεται με το περίφημο κάστρο του. Το κάστρο σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση και χρησιμοποιείται για θερινές πολιτιστικές εκδηλώσεις .

περισσότερα….

Όλυμπος

Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας γνωστό παγκοσμίως κυρίως για το μυθολογικό του πλαίσιο, καθώς στην κορυφή του (Μύτικας-2918 μ.) κατοικούσαν οι Δώδεκα «Ολύμπιοι» Θεοί σύμφωνα με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Είναι επίσης το δεύτερο σε ύψος βουνό στα Βαλκάνια (μετά τη Ρίλα στη Βουλγαρία), αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή της Ευρώπης από τις Άλπεις έως τον Καύκασο. Ο συμπαγής ορεινός του όγκος δεσπόζει επιβλητικός στα όρια Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας. Για την προστασία της μοναδικής αυτής κληρονομιάς, ανακηρύχθηκε ήδη από το 1938 ως ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας.

Κάθε χρόνο χιλιάδες φυσιολάτρες επισκέπτονται τον Όλυμπο, για να θαυμάσουν από κοντά τη γοητεία της φύσης του και να χαρούν την περιήγηση στις πλαγιές του και την κατάκτηση των κορυφών του. Οργανωμένα ορεινά καταφύγια με ποικίλες ορειβατικές και αναρριχητικές διαδρομές βρίσκονται στη διάθεση των επισκεπτών που θέλουν να εξερευνήσουν τις ομορφιές του. Κλασική αφετηρία αποτελεί η κωμόπολη του Λιτόχωρου στους ανατολικούς πρόποδες του βουνού, 100 χλμ από τη Θεσσαλονίκη, όπου στις αρχές κάθε καλοκαιριού καταλήγει ο Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου. Για την ετυμολογία της ορεωνυμίας «Όλυμπος» έχουν εκφραστεί διάφορες εκδοχές (ουρανός, λαμπρός, ψηλός, βράχος κ.α.). Κατά μία εκδοχή, η λέξη Όλυμπος είναι προελληνικό τοπωνύμιο αγνώστου ετύμου, του οποίου η αρχική σημασία θα πρέπει να ήταν απλά «βουνό». Ο Όλυμπος, το υψηλότερο βουνό της Ελλάδας βρίσκεται στα νοτιοδυτικά όρια της Μακεδονίας με τη Θεσσαλία, ορίζοντας τα σύνορα των νομών Πιερίας και Λάρισας (συντεταγμένες 40°05’Β 22°21’Α). Η επίδραση της βροχής και του ανέμου σε συνδυασμό με τις συχνά βίαιες δυνάμεις της φύσης σμίλευσαν τη σημερινή μορφή του Ολύμπου που υψώνεται περήφανα σαν γιγάντιος πύργος σχεδόν στα 3.000m, χωρίς κανένα γύρω βουνό να αμφισβητεί την κυριαρχία του. Βρίσκεται μόλις 18 km από την παραλία του Λιτόχωρου και έτσι αρκετοί τολμηροί κατορθώνουν να συνδυάσουν αυθημερόν τις χιονισμένες κορυφές με ένα μπάνιο στις Ολυμπιακές ακτές.

Τα όρια του βουνού εκτείνονται σχεδόν κυκλικά σε περίμετρο 150 km, με μέση διάμετρο 26 km ως εξής: στα βορειοδυτικά, ξεκινώντας από το βλαχοχώρι του Κοκκινοπλού, το Μακρύρεμα χωρίζει τον Όλυμπο από τον ορεινό όγκο της Βουλγάρας και στις βορειοανατολικές υπώρειες συναντούμε τα χωριά Πέτρα, Βροντού και Δίον ενώ στην ανατολική πλευρά υπάρχει η κωμόπολη του Λιτόχωρου, όπου καταλήγει το φαράγγι του Ενιπέα (Βύθου), που κόβει στη μέση τον ορεινό όγκο. Στη νοτιοανατολική πλευρά η χαράδρα της Ζηλιάνας αποτελεί φυσικό διαχωριστικό όριο από τον Κάτω Όλυμπο ενώ στις νοτιοδυτικές υπώρειες βρίσκονται τα χωριά Συκαμινέα και Καρυά. Δυτικά τα όρια ορίζονται από τη Μονή Αγίας Τριάδας Σπαρμού και το χωριό Πύθιο.

Στις υπώρειες του Ολύμπου εκτείνεται το Ξηροκάμπι, ζώνη με χαμηλή βλάστηση και μικροπανίδα και πιο ανατολικά η εύφορη πεδιάδα του Δήμου Δίου, την οποία διασχίζουν τα ρέματα του Ολύμπου, προτού καταλήξουν στο Θερμαϊκό Κόλπο.

Ο Όλυμπος είναι αναμφίβολα το πιο δημοφιλές βουνό της Ελλάδας. Το εντυπωσιακό του ύψος, η μυθική του γοητεία και η εύκολη προσβασιμότητα τον καθιστούν πόλο έλξης για χιλιάδες επισκέπτες από κάθε γωνιά του κόσμου. Οι δρόμοι και τα μονοπάτια που διασχίζουν τον ορεινό όγκο, δίκτυο άριστα διατηρημένο στην πλειοψηφία του, δίνει την ευκαιρία στον πεζοπόρο και στον επισκέπτη που δεν έχει ειδικά ορειβατικά ενδιαφέροντα ή γνώσεις να γνωρίσει από κοντά τον Όλυμπο, τις ποικιλίες της χλωρίδας και της πανίδας και το φυσικό κάλλος του. Κυριότερο είναι το Ευρωπαϊκό Μονοπάτι Ε4 που κινείται δυτικά από Λιτόχωρο προς τις κορυφές, μέσα από το φαράγγι του Ενιπέα. Επίσης υπάρχει το Εθνικό Μονοπάτι Ο2, που συνδέει τις κορυφές προς τα νότια με το Πήλιο.

Σε πολλά σημεία υπάρχουν καθιστικά κοντά σε πηγές και βρύσες που προσφέρουν στιγμές ξεκούρασης και περισυλλογής στους επισκέπτες. Η Δασική Υπηρεσία (Διεύθυνση Δασών Πιερίας) έχει τοποθετήσει σε διάφορα σημεία ενημερωτικές πινακίδες με τον χάρτη του Εθνικού Δρυμού και χρήσιμες οδηγίες. Οι επισκέπτες που έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους, ιδανικά μπορούν να ανεβούν στην κορυφή από τη δεύτερη διαδρομή και να κατεβούν από την πρώτη, διανυκτερεύοντας στα καταφύγια.

Για τους ορειβάτες, ο Όλυμπος είναι προνομιακός τόπος. Υπάρχουν οργανωμένες με μεγάλη επιμέλεια διαδρομές και φιλόξενα καταφύγια. Οι ορειβατικές διαδρομές στον Όλυμπο ξεκινούν από το Λιτόχωρο, το Δίον και την Πέτρα. Οι καλοκαιρινές αναβάσεις στο μυθικό βουνό των θεών αρχίζουν συνήθως από τις αρχές Ιουνίου και τελειώνουν στο τέλος του Σεπτέμβρη. Είναι η εποχή που τα καταφύγια κάτω από τις κορυφές είναι ανοικτά και ο καιρός επιτρέπει μια ανάβαση χωρίς τον εξοπλισμό χιονιού και την ορειβατική εμπειρία που απαιτεί ο χειμώνας. Η ανάβαση στις ψηλές κορυφές κατά τη χειμερινή περίοδο μπορεί να γίνει μόνο από έμπειρους ορειβάτες, για τους οποίους υπάρχουν επίσης προκλητικές διαδρομές με αναρριχήσεις στις απότομες ορθοπλαγιές. Οι αρχάριοι επισκέπτες θα πρέπει να περιοριστούν στους θερινούς μήνες, οπότε λειτουργούν κανονικά και τα καταφύγια.

Οι δύο ωραιότερες διαδρομές για την εξερεύνηση του Ολύμπου ξεκινούν από το Λιτόχωρο και φθάνουν μέχρι τις κορυφές του βουνού. Η πρώτη ακολουθεί τη χαράδρα του Ενιπέα και ο επισκέπτης μετά από περίπου πέντε ώρες επίπονης πεζοπορίας, αφού περάσει τη Μονή Αγίου Διονυσίου, φθάνει στη Θέση «Πριόνια», (υψόμετρο 1.100m), όπου παλιά λειτουργούσε πριονιστήριο ξυλιάς και σήμερα υπάρχει εστιατόριο για φαγητό, πηγή και θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων. Στην ίδια θέση, στα «Πριόνια», μπορεί να φθάσει κανείς εναλλακτικά και με αυτοκίνητο μετά από μια διαδρομή 18 km (υπάρχει φυλάκιο όπου παρέχονται πληροφορίες για τον εθνικό δρυμό, στην είσοδό του). Από τα «Πριόνια», ακολουθώντας το καλά σηματοδοτημένο Ευρωπαϊκό Μονοπάτι «Ε4» σε δύο και μισή περίπου ώρες ο ορειβάτης φθάνει μέσα από μια διαδρομή μοναδικής ομορφιάς στο κυριότερο καταφύγιο του Ολύμπου, «Σπήλιος Αγαπητός» (υψόμετρο 2.100m) όπου μπορεί να ξεκουραστεί, να γευματίσει και να διανυκτερεύσει, που είναι και η συνηθέστερη λύση. Από το καταφύγιο συνεχίζει το μονοπάτι Ε4 που οδηγεί στις κορυφές του Ολύμπου σε δύο και μισή περίπου ώρες.

Στην οδική διαδρομή για Πριόνια στο 10o χιλιόμετρο από το Λιτόχωρο, στη θέση «Σταυρός» υπάρχει το καταφύγιο «Δημ. Μπουντόλας» (υψόμετρο 944m) που λειτουργεί, μετά την κατασκευή του δρόμου, κυρίως ως εστιατόριο-καφετέρια. Κατά μήκος του δρόμου υπάρχουν θέσεις όπου μπορεί κανείς να σταματήσει και να απολαύσει το τοπίο. Τέσσερα χιλιόμετρα πριν από το τέρμα του δρόμου για τα Πριόνια, στη θέση «Γκορτσιά» (1.120m), όπου υπάρχει χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, αρχίζει ένα δεύτερο, εναλλακτικό μονοπάτι που οδηγεί στις κορυφές του Ολύμπου. Από το σημείο αυτό μετά από πέντε περίπου ώρες πεζοπορία, αφού περάσει διαδοχικά από τις θέσεις «Μπάρμπα», «Πετρόστρουγγα», «Σκούρτα» και «Λαιμό», ο ορειβάτης φθάνει στο «Οροπέδιο των Μουσών» σε υψόμετρο 2600m όπου μπορεί να ξεκουραστεί στα δύο καταφύγια που υπάρχουν εκεί, το «Γιώσος Αποστολίδης» και «Χρήστος Κάκαλος». Από εδώ η διαδρομή για την κορυφή του βουνού είναι σχετικά εύκολη και φθάνει κανείς σε μία περίπου ώρα.

περισσότερα…

Μετέωρα

Τα Μετέωρα είναι ένα σύμπλεγμα από τεράστιους σκοτεινόχρωμους βράχους από ψαμμίτη οι οποίοι υψώνονται έξω από την Καλαμπάκα, κοντά στα πρώτα υψώματα της Πίνδου και των Χασίων. Τα μοναστήρια των Μετεώρων, που είναι χτισμένα στις κορυφές κάποιων από τους βράχους, είναι σήμερα το δεύτερο πλέον σημαντικό μοναστικό συγκρότημα στην Ελλάδα, ύστερα από το Άγιο Όρος. Από τα τριάντα που υπήρξαν ιστορικά, σήμερα λειτουργούν μόνον επτά, τα οποία, από το 1988, περιλαμβάνονται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.

Το μέσο υψόμετρο είναι 313 μέτρα.

Μελέτες δείχνουν ότι οι βράχοι σχηματίσθηκαν περίπου πριν από 60 εκατομμύρια χρόνια κατά την Παλαιογενή Περίοδο. Η αποσάθρωση, η διάβρωση και οι σεισμοί στη συνέχεια τους έδωσαν το σημερινό τους σχήμα.

Η δημιουργία του γεωλογικού τοπίου, αν και έχει κατά καιρούς απασχολήσει πολλούς Έλληνες και ξένους γεωλόγους, δεν έχει ακόμη ξεκάθαρα ερμηνευθεί. Είναι ενδιαφέρον το ότι ούτε η Ελληνική Μυθολογία ούτε οι αρχαίοι Έλληνες αλλά και ούτε ξένος ιστορικός έχει αναφερθεί στον χώρο αυτό.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Γερμανού γεωλόγου Αλεξάντερ Φίλιπσον, που επισκέφτηκε την Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα, η δημιουργία αυτών των τεράστιων ογκολίθων οφείλεται σ΄ ένα δελτοειδή κώνο από ποταμίσιους ογκόλιθους και ασβεστολιθικά πετρώματα που για εκατομμύρια χρόνια χύνονταν σε θαλάσσια έκταση που κάλυπτε τότε τη Θεσσαλία. Οι γεωλογικές μεταβολές των αιώνων ανύψωσαν και αποσφήνωσαν το τμήμα αυτό, όταν αποτραβήχτηκαν τα νερά στο Αιγαίο. Έτσι, αργότερα κατά την τριτογενή περίοδο που διαμορφώθηκαν οι αλπικές πτυχώσεις της οροσειράς της Πίνδου, αποκόπηκε αυτός ο κώνος από τη συμπαγή μορφή του, δημιουργώντας επιμέρους μικρότερους, αυτοί που υφίστανται σήμερα, και ανάμεσά τους τη κοιλάδα του Πηνειού ποταμού.

Μέσα σε αυτούς τους βράχους βρίσκεται το Σπήλαιο Θεόπετρας.

Το άγριο και απροσπέλαστο τοπίο αποτέλεσε πρόσφορο χώρο για τους χριστιανούς ασκητές που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή σε χρονολογία που δεν είναι ακριβώς γνωστή.

Σύμφωνα με διάφορες γνώμες βυζαντινολόγων υποστηρίζεται ότι ξεκίνησε πριν από το 11ο αιώνα. Άλλες ιστορικές όμως πληροφορίες αναφέρουν ως πρώτο ασκητή οικιστή κάποιον Βαρνάβα που το 950-970 ίδρυσε την πολύ παλιά Σκήτη του Αγίου Πνεύματος. Ακολούθησαν η ίδρυση της Μεταμόρφωσης (1020) από κάποιον Κρητικό μοναχό Ανδρόνικο και το 1160 ιδρύεται η Σκήτη Σταγών ή Δούπιανη. Μετά από 200 χρόνια ο ασκητής Βαρλαάμ ιδρύει το Μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών και των Αγίων Πάντων και αργότερα άγνωστοι ιερωμένοι δημιούργησαν τα Μοναστήρια Αγίας Τριάδος, του Αγίου Στεφάνου, της Υπαπαντής, του Ρουσάνου ή Αρσάνου, του Αγίου Γεωργίου του Μανδηλά, του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά, της Παναγίας της Μήκανης, των Αγίων Θεοδώρων, του Αγίου Νικολάου του Μπάντοβα, των Αγίων Αποστόλων, του Αγίου Γρηγορίου, του Αγίου Αντωνίου, του Παντοκράτορα, της Αγίας Μονής, του Προδρόμου, της Μονής Υψηλωτέρας, ή Καλλιγράφων, του Μοδέστου, της Αλύσεως, του Αποστόλου Πέτρου, του Αγίου Δημητρίου, του Καλλιστράτου, του Ταξιαρχών και του Ιωάννου του Μπουνήλα.

Το όνομα Μετέωρα αποδίδεται στον κτήτορα της μονής Μεγάλου Μετεώρου, τον Άγιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη, ο οποίος ονόμασε «Μετέωρο» τον Πλατύ Λίθο στον οποίο ανέβηκε πρώτη φορά το 1344. Γενικά η μοναστική ζωή στα Μετέωρα σημείωσε ύφεση στα χρόνια της παρακμής και της πτώσης της βυζαντινής αυτοκρατορίας και της συνακόλουθης οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλίας το 1393. Ωστόσο, από τα τέλη του 15ου αιώνα και κυρίως το 16ο αιώνα τα Μετέωρα γνωρίζουν τη μεγαλύτερή τους ακμή, καθώς ιδρύονται νέες μονές, καθολικά και μοναστηριακά κτίσματα, τα οποία κοσμούνται με απαράμιλλης τέχνης αγιογραφίες.

Με την πάροδο του χρόνου η μοναστηριακή αυτή πολιτεία άρχισε να ενισχύεται με μοναχούς για να φθάσει στο απόγειο της ακμής της γύρω στο 17ο αιώνα. Όμως, από την εποχή αυτή αρχίζει και η παρακμή με αποτέλεσμα σήμερα να λειτουργούν μόνο τα μοναστήρια της Μεταμόρφωσης, του Βαρλαάμ, του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά, του Ρουσάνου, της Αγίας Τριάδος και του Αγίου Στεφάνου, καθώς και κάποια τμήματα ορισμένων άλλων, ενώ τα υπόλοιπα έχουν εξαφανισθεί.

Τα Μετέωρα, λόγω και της μορφολογίας τους, πρόσφεραν στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ιδανικό καταφύγιο για το μοναχισμό και διέσωσαν μνημεία του πολιτισμού και έργα της μεταβυζαντινής τέχνης. Στις αρχές του 19ου αιώνα πολλά μοναστήρια λεηλατήθηκαν από το στρατό του Αλή Πασά.

Στη δεκαετία του 1920 λαξεύτηκαν κλίμακες και σήραγγες στους βράχους καθιστώντας τις μονές προσβάσιμες από το γειτονικό οροπέδιο κι έτσι η παραδοσιακή μέθοδος επικοινωνίας και ανεφοδιασμού τον μονών με ανεμόσκαλες, σκοινιά, τροχαλίες και καλάθια, σταδιακά εγκαταλείφθηκε.

Scroll to top